Ad

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Αγωνιστής της ΕΟΚΑ αποκαλύπτει στη «Ροδιακή»: Η εντολή ήταν «εκτέλεσέ τον»!

Ο Νίκος Ξενοφώντος ξετυλίγει μνήμες και καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους
Το 1955 οι Ελληνοκύπριοι ξεσηκώθηκαν για να αποτινάξουν από πάνω τους  τον Βρετανικό ζυγό με στόχο την 'Ένωσιν” με τη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα. Ο αγώνας τους έληξε με τις συμφωνίες “Λονδίνου-Ζυρίχης” στις 19 Φεβρουαρίου 1959 με τις οποίες η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος.

Εκείνα τα χρόνια στο στόχαστρο των αγωνιστών της ΕΟΚΑ βρέθηκαν εκτός από τους Άγγλους δυνάστες και οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες τους. Ο Νίκος Ξενοφώντος που ζει στη Ρόδο και το συνάντησα στο σπίτι του στην Ιαλυσό παρουσία της συζύγου του Ευαγγελίας και της κόρης του, υπήρξε ένας από τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ που εκτέλεσε Άγγλους και προδότες Ελληνοκύπριους.

 Εγκαταστάθηκε στη Ρόδο από το 1960, η ιστορία της Κύπρου όμως περνάει και μέσα απ΄ αυτόν, από το αίμα που χύθηκε, από τις καταδίκες σε θάνατο, από τη χάρη που πήρε και σήμερα ζει για να διηγηθεί ιστορίες που μοιάζουν απίστευτες, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινές.


Πώς ήταν η ζωή σας στην Κύπρο τα χρόνια της αθωότητας;
Γεννήθηκα το 1932 στην επαρχία Πάφου, στο χωριό Κάθικα. Δέκα αδέλφια ήμασταν, φτωχή οικογένεια ο πατέρας παπουτσής και στα χωράφια, αμπέλια είχαμε. Ήμουν το έβδομο παιδί στη σειρά, συνέχισαν άλλα τρία, συνολικά έξι κορίτσια και τέσσερα αγόρια. Ο ένας μεγάλωνε τον άλλο. Στα 15 έφυγα από το χωριό μου, έκλεψα ένα χιλιάρικο, για να καταλάβετε σήμερα το ποσόν από τον πατέρα μου- ήταν λίρες στην Κύπρο- και πήγα στη Λευκωσία. Έδωσα επτά σελίνια για να πάω με το φορτηγό πάνω στην καρέκλα. Πήγα στη νονά μου, αγόρασα ένα στρώμα (κρεβάτι) και έψαξα να μάθω τέχνη.


Τι δουλειές μπορούσατε να κάνετε τότε;
Άλλοι ποδηλατάδες, άλλοι μηχανικοί στα αυτοκίνητα, εγώ διάλεξα να γίνω ηλεκτρολόγος.



Πώς μπήκατε στην ΕΟΚΑ;
Οι παρέες τότε η νεολαία μεταξύ μας μιλούσαμε για λευτεριά. Διαβάζαμε εφημερίδες, συζητούσαμε για τον αγώνα που είχε αρχίσει. Μπήκαμε όλοι στην αντίσταση, γίναμε ο στρατός της. Συναντιόμασταν κρυφά, σε πάνω από πέντε άτομα οι υπόλοιποι έπρεπε να φύγουν για λόγους ασφαλείας, είχαμε αρχηγό της ομάδας που ερχόταν σε επαφή με τους ανώτερους αρχηγούς. Είχαμε ονόματα αρχαίων Ελλήνων, ο Πολυνίκης ας πούμε ή ο Καραϊσκάκης,  ο Μπότσαρης... Υπήρχαν και γυναίκες στις ομάδες.

Εσείς τι ρόλο είχατε;
Μπαμ και κάτω! Κατόπιν εντολής μπορούσα να εκτελέσω προδότη κι οποιονδήποτε ήταν ενάντια στον απελευθερωτικό αγώνα. Χειριζόμουν πιστόλια, περίστροφα...

Όταν “εξαφανίζονταν” άνθρωποι τι γινόταν;
Επενέβαινε η αστυνομία των Άγγλων, και κυνηγούσε τους τρομοκράτες δηλαδή εμάς.
Είχα αλλάξει σπίτι πολλές φορές. Αν γίνονταν επεισόδια στα οποία είχαμε ανάμειξη αλλάζαμε σπίτι.


Οι Κύπριοι, οι απλοί άνθρωποι που δεν ήταν ενεργά μέλη της ΕΟΚΑ πώς σας συμπεριφέρονταν;
Μα, δεν μας ξέρανε. Ο κόσμος βοηθούσε, αλλά δεν ήξερε ποιος είναι ποιος.  Αν χρειαζόταν έκρυβε αγωνιστές στα σπίτια του, στις αποθήκες του... Η αντίσταση σιγά-σιγά μεγάλωνε. Σου έδιναν χώρο να κοιμηθείς, σου έδιναν χρήματα, με κίνδυνο δικό τους.

Η εντολή να σκοτώσετε κάποιον πώς δινόταν;
Έπαιρνα εντολή να εκτελέσω τον μακαρίτη κατόπιν παρακολούθησης των κινήσεών του. Ο τάδε πρέπει να “φύγει”. Διαταγή. Ήρθε μια περίπτωση κι έπρεπε να πάω σ΄ ένα κουρείο να βρω κάποιον. Για να βεβαιωθώ πήγα να ξυριστώ κι όταν μου ‘βαζε τη σαπουνάδα έβγαλα το πιστόλι και το ακούμπησα πάνω στο τζάμι. Ταράχτηκε ο άνθρωπος, δεν είχε ιδέα, άλλος έδινε τις πληροφορίες στους Άγγλους. Μάθαμε ποιος πραγματικά ήταν. Είχαμε υποψίες ούτως ή άλλως γι’ αυτόν. Ανέλαβε να το κάνει άλλος γιατί εγώ είχα φανερωθεί στον μπαρμπέρη.

Θέλω να πούμε την ιστορία που σας έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα, αυτή για την οποία καταδικαστήκατε εις θάνατον!
Ήταν για μία εκτέλεση. Ήταν σίγουρο ότι ο συ-γκεκριμένος ήταν πληροφοριοδότης των Άγγλων. Τον είχα εντοπίσει και έκανα κι εγώ τις δικές μου παρακολουθήσεις  για να δω πώς θα προχωρήσω μαζί του.  Μου πήρε 15 μέρες. Ήταν δύσκολο γιατί το μοναδικό του δρομολόγιο ήταν από το σπίτι του προς την Αγγλική Αστυνομία που ήταν σε απόσταση 150 μέτρων.

Τον περίμενα στις τρεις το μεσημέρι που έβγαινε να πάει στο Τμήμα να τους παραδώσει σήματα της Τροχαίας που τους έφτιαχνε.  Έπαιρνε παραδάκι από τους Άγγλους και τους έδινε και πληροφορίες. Αυτό ήταν το καθημερινό του δρομολόγιο, ήταν δύσκολο. να γίνει η δουλειά. Πυροβόλησα, τον πέτυχα, έπεσε κάτω. Με είδε, δεν πέθανε, του έριξα πέντε σφαίρες, άδειασα το περίστροφο. Δεν βγήκε στο δρόμο κανείς. Χρόνια μετά μου είπε κάποιος ότι άνοιξε και με είδε να φεύγω τρέχοντας. Δεν μίλησε, κανένας δεν μίλησε. Όλα τα είχαμε προβλέψει δεν προβλέψαμε ένα πράγμα: πως όλα τ’ αυτοκίνητα σ΄ αυτό τον δρόμο έρχονταν σε μονόδρομο να πάνε προς το Αστυνομικό Τμήμα, κι ήταν κατηφόρα.

Εκείνη την ώρα πέρασε στρατιωτικό όχημα, ο άνθρωπος ήταν πεσμένος κάτω, δεν τον είδαν. Νόμιζα ότι τον σκότωσα. Έτρεξα, κι ενώ έτρεχα άκουσα τη φωνή του “μ΄'έπαιξε” (με πυροβόλησε), ο ηλεκτρολόγος του Μιχαλάκη του Ζαρμπάτα...”. Παραπατούσε και φώναζε, τη γλίτωσε.

Εσείς τι κάνατε τότε;
Έφυγα, ανέβηκα στο βουνό. Η κάθε περιφέρεια είχε το δικό της καταφύγιο. Η εντολή ήταν μετά την εκτέλεση να πάω στην πιάτσα ταξί και να ζητήσω συγκεκριμένο όνομα. Ο ταξιτζής με πήρε και με πήγε κοντά στον Άγιο Νεόφυτο. Δεν με ρώτησε τίποτα, δεν του είπα τίποτα. Πίσω μας πρέπει να υπήρχαν δικοί μας άντρες που παρακολουθούσαν την εξέλιξη. Μ΄ άφησε σ΄ ένα μονοπάτι και περπάτησα για να πάω σε μία παράγκα που μου είπαν ότι πρέπει να περιμένω μέχρι τις επτά το απόγευμα. Στις επτά ακριβώς άκουσα χτύπους και το όνομα που περίμενα ν΄ ακούσω. Του ανοίγω, μπαίνει και με πηγαίνει στον Άγιο Νεόφυτο στο μοναστήρι. Όλο το μοναστήρι μας βοήθησε.

Οι Εγγλέζοι σας έψαχναν;
Με κήρυξαν καταζητούμενο. Και έβγαλαν ανακοινώσεις με τη φωτογραφία μου όπου έγραφαν: “Καταζητείται ο Ξενοφώντος Νικόλαος από τον Κάθικα του δήμου Πάφου για απόπειρα φόνου στην περιοχή  Κτήμα στις 22 Απριλίου του 1956. Είναι νέος γύρω στα 22 με 23, έχει ύψος περίπου τόσο, σγουρά μαύρα μαλλιά, οβάλ πρόσωπο...”, και κατέληγε ότι έπρεπε να δοθεί η φωτογραφία μου σε όλα τα Αστυνομικά Τμήματα και στα μπλόκα που θα στήνονταν στους δρόμους.


Το χαρτί που τοιχοκόλλησαν και κρατούσαν οι Άγγλοι στα μπλόκα το πήρα στα χέρια μου το 1985 όταν επισκέφτηκα το Μουσείο Αγώνος της Κύπρου και είχε εκεί όλες τις αναζητήσεις της Αγγλικής Αστυνομίας. Να αυτό είναι... και αυτό το “Χ” που βλέπεις πάνω του είναι ότι με έπιασαν, κι έτσι έκλεισαν την υπόθεση της αναζήτησης, γιατί με έπιασαν. Πήγαν στο πατρικό μου σπίτι, πήγαν στη δουλειά μου, στο σπίτι μου, παντού, αναστάτωσαν τα πάντα, ξεσήκωσαν τον κόσμο. Από τη στιγμή που ο προδότης έζησε και με αναγνώρισε -γιατί φαίνεται ότι είχαν κι αυτοί τις πληροφορίες τους- ήταν θέμα χρόνου να με πιάσουν.

Πώς σας εντόπισαν;
Μέρες πριν πάνω από το βουνό που είχαμε βρει καταφύγιο καμιά εικοσαριά από την ομάδα μου,  πέρασε ένα μονοκινητήριο αεροπλανάκι, πρέπει να φωτογράφιζε για να διαπιστώσει αν ζουν άνθρωποι εκεί. Ανεβήκαμε πιο ψηλά κι ένα πρωί  δυό- τρεις μέρες μετά είδαμε ότι ήμασταν περικυκλωμένοι από το στρατό των Άγγλων.

Ήξεραν ότι είστε εκεί;
Δεν μάθαμε ποτέ. Στο βουνό όλοι ήμασταν καταζητούμενοι. Θυμάμαι εκείνο το πρωί πήγε ένας να γεμίσει νερό και του φάνηκε ότι είδε έναν Εγγλέζο στρατιώτη. Το ανέφερε γυρνώντας, αλλά δεν ήταν σίγουρος. Μετά από τέσσερις μέρες πήραμε την απόφαση να μεταφερθούμε. Στη διαδρομή βλέπουμε τους μπροστινούς να τρέχουν προς τα πίσω και να μας λένε “πέσαμε σε Εγγλέζους”.

Εγώ κι άλλος ένας είχαμε το πολυβόλο πάνω στο γάιδαρο. Στραφήκαμε πίσω, τ΄ αφήσαμε όλα, αφήσαμε τα τρόφιμα τα θάψαμε στη γη, ρύζι, καφέ, τραχανά, φασόλια, κουκιά, χαλούμι... Τα θάψαμε κάπου να ξέρουν όλοι αν περάσουν και τα χρειαστούν. Με τα πόδια πήγαμε στο χωριό Κρήτου Τέρα, χωριστήκαμε ανά τρεις. Στο μπλόκο των Εγγλέζων πέσαμε την ώρα που κάτσαμε για να ξεκουραστούμε.

Εγώ κι ένας άλλος είχαμε βγάλει τα σακίδια απ΄ την πλάτη κουρασμένοι, λέω στον Πετρίδη το συχωρεμένο “κάτσε γιατί δεν ξέρουμε πότε θα ξανακάτσουμε...”. Βλέπω τον Εγγλέζο! Του λέω “Πετρίδη με βλέπει ένας Εγγλέζος στα μάτια...”! Ήταν ποτάμι δίπλα μας ο Πετρίδης πάνω στην προσπάθεια να φύγει έριξε το σακίδιό του κάτω στη χαράδρα, κι έπεσε στα πόδια των στρατιωτών που έρχονταν ν΄ ανέβουν. Ο Πετρίδης έφυγε ήταν το μέρος για εκείνον βολικό, εμένα με πιάσανε οι Άγγλοι στρατιώτες.



Τι σας έκαναν;
Ξεκίνησαν οι ανακρίσεις. Με ρωτούσαν για τα πάντα. Για το ρόλο μου στην ΕΟΚΑ, για τους αρχηγούς... Πέντε μέρες μετά με παρέδωσαν στην Αστυνομία. Αρνήθηκα τα πάντα “δεν ήμουν εγώ, δεν ξέρω ποιος το ‘κανε, ήμουν στο χωριό μου”... Ό,τι κι αν με ρωτούσαν, τους απαντούσα άλλα. Έσβηναν το τσιγάρο στο πρόσωπό μου. Το σημάδι αυτό είναι από τότε που ήμουν 23 χρονών, μου το ‘κανε ένας. Άστα σε ποιόν να τα πεις τώρα... Έγινε δίκη, καταδικάστηκα σε θάνατο δια απαγχονισμού για απόπειρα φόνου και δύο βομβιστικές ενέργειες.

Τις κάνατε τις βομβιστικές ενέργειες;
Κάτι έκανα...

Τι σκεφτόσασταν τις επόμενες μέρες πριν σας κρεμάσουν, τι περιμένατε να συμβεί;
Δεν έχει τίποτα να σκεφτείς. Συμφιλιώθηκα με την ιδέα ότι πάω...  Σου φαίνεται βαρύ όταν έχεις οικογένεια, παιδιά, εμείς δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε. Παίρναν ένα-έναν σε διάστημα ενός μήνα, πήραν όλους όσους καταδικάστηκαν από τη δική μου πτέρυγα, ήταν η σειρά μου και τότε οι δικηγόροι μου μου είπαν ότι πήρα χάρη. Ο Ευάγγελος Τοσίτσας ο Αβέρωφ που ήταν τότε υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας και συνεδρίαζε στο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ έθεσε το θέμα της χάρης για εμάς. Μετά το διάβημα αυτό έμεινα τρία χρόνια στη φυλακή μέχρι που ήρθε η απελευθέρωση της Κύπρου.

Στη Ρόδο πότε ήρθατε;
Ήρθα 26 χρονών και τα μαλλιά μου είχαν γκριζάρει ήδη στους κροτάφους. Η ποινή μου στην Κύπρο είχε μετατραπεί σε ισόβια. Έδωσε αμνηστία η Αγγλική κυβέρνηση με την προϋπόθεση να φύγουμε από την Κύπρο. Είκοσι δύο αγωνιστές της ΕΟΚΑ φυλακισμένοι πήγαμε στην Αθήνα, μαζί και ο Σαμψών που ήταν κι εκείνος καταδικασμένος σε θάνατο. Εκείνος διάλεξε να μείνει στην Αθήνα,  εγώ και άλλοι οκτώ ή εννιά επιλέξαμε να έρθουμε να ζήσουμε στη Ρόδο. Είχε όνομα η Ρόδος, ήταν και κοντά στην Κύπρο.

Μας τίμησαν οι Ροδίτες, λαοθάλασσα βγήκε να μας υποδεχτεί το 1959 στις 19 του Μάρτη. Μας πέρασαν μπροστά από το ξενοδοχείο “των Ρόδων” για να σταθούμε μπροστά στο Δημαρχείο.  Το επόμενο διάστημα γνώρισα την Ευαγγελία τη γυναίκα μου. Εγώ κι ο Γιάννης Αθανασίου που ήταν να εκτελεστεί την επόμενη μέρα από μένα, αλλά πήρε κι αυτός χάρη, παντρευτήκαμε δύο αδελφές την ίδια μέρα, στην εκκλησία του Ευαγγελισμού. Άλλα είχε γράψει η μοίρα για εμάς.

Επιστρέψατε ποτέ στην Κύπρο;
Περίμενα από μέρα σε μέρα να γυρίσω πίσω μετά την ανεξαρτησία της. Πήγα την ημέρα της ορκωμοσίας της κυβέρνησης του Μακάριου. Ήταν η ημέρα που παρέδιδαν οι Άγγλοι και βρέθηκα κι εγώ σ΄ εκείνη τη λαοθάλασσα μέσα στο γήπεδο που γίνονταν οι εορτασμοί εν μέσω των αγωνιστών για την εγκαθίδρυση της νέας Κυπριακής Δημοκρατίας.

Άξιζε όλο αυτό που ζήσατε, ο τρόπος που αγωνιστήκαμε, που χάθηκαν ζωές, παραλίγο και η δική σας;
Άξιζε ο αγώνας, είναι εθνικά θέματα αυτά, δεν παίρναμε εμείς τις αποφάσεις. Τα επόμενα χρόνια η πατρίδα μας τίμησε. Την πρώτη Απριλίου του 2005 ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσος Παπαδόπουλος μου έστειλε μετάλλιο, κι ένα δίπλωμα τιμής “για τη συμμετοχή στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ το 1955-1957 στον Ξενοφώντος Νικόλαο”...

 
Αναδημοσίευση : Αγωνιστής της ΕΟΚΑ αποκαλύπτει στη «Ροδιακή»: Η εντολή ήταν «εκτέλεσέ τον»! | Η ΡΟΔΙΑΚΗ http://www.rodiaki.gr/article/292474/agwnisths-ths-eoka-apokalyptei-sth-rodiakh-h-entolh-htan-ektelese-ton#ixzz3L1GUc04M  
 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου