Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας Βρετανός στρατιώτης βρήκε πάνω του μία Eλληνική σημαία και διέταξε να του σκουπίσει τα παπούτσια με αυτή.



Στις 21 Σεπτεμβρίου 1956, ο Χάρτινγκ έστειλε στην αγχόνη ακόμη τρεις αγωνιστές τη ΕΟΚΑ. Ήταν οι Στέλιος Μαυρομμάτης 24 ετών, Μιχαήλ Κουτσόφτας και Ανδρέας Παναγίδης,

22 χρονών και οι δύο. Ο Ανδρέας Παναγίδης, πατέρας τριών παιδιών από το Παλιομέτοχο, είχε ενταχθεί στον αγώνα μαζί με τον Μιχαήλ Κουτσόφτα. Μία από τις πρώτες τους δράσεις ήταν να υψώσουν μία ελληνική σημαία σε έναν ευκάλυπτο. Οι Βρετανοί, την είδαν και αμέσως την κατέβασαν. Στη συνέχεια οι δύο νέοι έκοψαν τα κλαδιά με αποτέλεσμα η ελληνική σημαία να παραμείνει εκεί για περισσότερη ώρα.

Ο Παναγίδης εργαζόταν στο αεροδρόμιο Λευκωσίας ως μάγειρας. Ένας Βρετανός στρατιώτης ζήτησε να του κάνει σωματικό έλεγχο. Βρήκε πάνω του μία ελληνική σημαία και τότε διέταξε να του σκουπίσει τα παπούτσια με αυτή. Ο Παναγίδης θεώρησε το αίτημα του Βρετανού μεγάλη προσβολή και τον χτύπησε άγρια.


Την επόμενη ημέρα, πήγε μαζί με τους Κουτσόφτα και Χοιροπούλη στο παρατηρητήριο του αεροδρομίου με σκοπό να κλέψουν τα όπλα και να απαγάγουν τον Άγγλο φρουρό. Είχαν αποφασίσει να τον ανταλλάξουν με τον Χαρίλαο Μιχαήλ ή τον Ανδρέα Ζάκο. Πάνω στη συμπλοκή ένας Βρετανός σμηνίας, ο Πάτρικ Τζον Χέιλ, τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι τρεις τους συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα κρατητήρια Ομορφίτας. Ο Παρασκευάς λόγω νεαρού ηλικίας γλίτωσε τη θανατική ποινή όχι όμως οι άλλοι δύο. Στις 21 Σεπτεμβρίου οδηγήθηκαν στην αγχόνη. Στον αδελφό του έγραφε: «…Περιμένουμε την ημέρα της εκτελέσεως σαν άγια ώρα της ελευθερίας. Μάθε ακόμα ότι ο Ζάκος και οι άλλοι πέθαναν με υπερηφάνεια.

Τραγουδούσαν μισή ώρα πριν να εκτελεσθούν και τη ώρα της εκτελέσεως φώναζαν υπέρ της Ελευθερίας» Ο Παρασκευάς Χοιροπούλης που αντέδρασε στην απόφαση των δύο αγωνιστών, να σωθεί και να μην απαγχονιστεί ο «μικρός» είχε απαντήσει: «Γιατί ρε εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω μαζί σας;». Όταν ο Παναγίδης τον αντίκρισε του είπε: «Παρασκευά, δεν θέλω να μαραζώνεις διότι θα μας κρεμάσουν.[…] Θέλω να πεις ότι δεν χάσαμε το θάρρος μας, αλλά βαδίσαμε με το κεφάλι ψηλά προς την αγχόνην, διότι η Ελευθερία χρειάζεται θυσίας. Πεθαίνω μόνο για ένα σκοπό. Δεν θα δω την Κύπρον ελεύθερη, αλλά προσέφερα το αίμα μου για να την δουν οι νέες γενεές της Κύπρου ελεύθερη». Μαζί με τους δύο νέους απαγχονίστηκε, μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 21ης Σεπτεμβρίου και ο Στέλιος Μαυρομάτης.

Ο 24χρονος νέος από τον Λάρνακα Λαπήθου, ως μέλος της ΕΟΚΑ πρωτοστάτησε στο λεγόμενο «μίλι του θανάτου» όπου πήρε μέρος στο εκτελεστικό της οργάνωσης. Συνελήφθη όταν κάποια στιγμή μαζί με τους Κουτσόφτα και Παναγίδη, αποπειράθηκαν να σκοτώσουν τους Σμηνία Νόρμαν Άλφερτ και του αεροπόρου της Βρετανικής Βασιλικής αεροπορίας Λώρενς Σμίθ. Η αποστολή απέτυχε και στην προσπάθειά του να διαφύγει συνελήφθη. Ο Στέλιος Μαυρομάτης, έγραφε: «Ξέρω τι θα μας συμβεί αλλά ούτε φοβάμαι, ούτε λυπάμαι. Τρεις φορές ως τώρα μας οδήγησαν στον τόπο της αγχόνης μαζί με τον Παναγίδη και τον Κουτσόφτα για δοκιμές για να επιτείνουν την αγωνία μας και να σπάσουν το ηθικό μας».

«Το τελευταίο τρίο του απαγχονισμού»

Το βράδυ του απαγχονισμού, ο νεαρός Ευαγόρας Παλληκαρίδης έγραφε ένα ποίημα αφιερωμένο στους τρεις συναγωνιστές τους, το οποίο ονόμασε «Το τελευταίο τρίο του απαγχονισμού». Την επόμενη ημέρα έγραφε στη φίλη του Λύα Χατζηαδάμου για το περιστατικό: «είναι ένας εξάδελφός μου […] ελπίζω να τον συναντήσω σύντομα». Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ήταν ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε έξι μήνες μετά.

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.com.cy/stiles/sinevi-simera/enas-vretanos-stratiotis-vrike-pano-tou-mia-elliniki-simea-ke-dietaxe-na-tou-skoupisi-ta-papoutsia-me-afti-tin-epomeni-estise-epichirisi-apagogis-tou-o-apagchonismos-tou-andrea-panagidi-ke-ton-synt/


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Σάββας Κουλλαμής: O γεροπλάτανος της ΕΟΚΑ

Ο Σάββας Κουλλαμής καταγόταν από τον Άγιο Παύλο Πιτσιλιάς, αλλά νυμφεύτηκε στον γειτονικό Άγιο Θεόδωρο, όπου έκανε οικογένεια και έζησε μια ζωή γεμάτη δράση, κινδύνους και σκληρή βιοπάλη, μέχρι που έφυγε από τούτη τη ζωή, αφήνοντας στην οικογένειά του ένα όνομα καλό και τιμημένο. Προτού αρχίσει ο Απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ, ο Σάββας Κουλλαμής είχε τη μεγάλη τιμή να μυηθεί στην ΕΟΚΑ προτού αρχίσει η ένοπλη δράση από τον άλλο κορυφαίο πρωτεργάτη του Αγώνα, Νικόλα Αβραάμ, από τον Αϊ-Μάμα. Και οι δύο ορκίστηκαν αργότερα από τον ίδιο τον Αργηγό της ΕΟΚΑ Διγενή.
 
Η μύηση

Γράφει ο εθναπόστολος Ν. Αβραάμ-Αβδέλλας στο Ημερολόγιό του για τη μύηση του Κουλλαμή: «Την άλλη μέρα, πρωί, -8 Νοεμβρίου 1954- ήβρα τον Σάββαν Κουλλαμήν, από τον Άγιον Θεόδωρο, του εκμυστηρεύτηκα και εκείνου το πράγμα, όπου, μόλις το άκουσε, ενθουσιάστηκε και μου είπε ότι και στο χωριό του και στον Άγιο Ιωάννη της Πιτσιλιάς θ’ αναλάβει προσωπικά και υπευθύνως την υπόθεση. Και πράγματι ανέλαβε, εργάσθη, έγινε αντάρτης, ήτο με το Γέρο -το Διγενή- εις τη μάχη του Πεύκου και στη μάχη των Σπηλιών και κατόπιν επήγε με την ομάδα του Σπανού και συνελήφθη ύστερα με επτά άλλους εις το Όμοδος, εκαταδικάσθη εις ισόβια δεσμά και ήτο στη φυλακή έως ότου υπεγράφησαν οι συμφωνίες και εδόθη αμνηστία…».

Ο Κουλλαμής και ο Αβράμης συναντήθηκαν για πρώτη φορά με το Διγενή στο Σαϊττά. Σε χειρόγραφη αναφορά του, γράφει σχετικά ο Γεροπλάτανος: «Πρώτη συνάντησή μας με τον Αρχηγό Διγενή ήτο το 1955, δεν θυμάμαι ημερομηνία….Ειδοποιήθηκα μέσω του Νικόλα Αβραάμ από τον Άγιο Μάμα Λεμεσού, ο οποίος ήτο σύνδεσμος εις την περιφέρειαν Αμιάντου και κατεβήκαμε μαζί στο Σαϊττάν στο ξενοδοχείον του Πισσούριου και συναντηθήκαμε με τον Αρχηγό. Μου έκαμε ερωτήσεις, πού επολέμησα και του εξήγησα ότι το 1918 στη Μακεδονία, το 1944-45 στην Αίγυπτο, Αφρική και Ιταλίαν. Εκεί μας όρκισε τον όρκον της ΕΟΚΑ…».

Η ορκωμοσία

Ο Νικόλας Αβραάμ γράφει στο Ημερολόγιό του, για τη συνάντηση εκείνη της ορκωμοσίας τους: «Tο άλλο πρωί, 20 Μαρτίου 1955, εσκέφτηκα ότι έπρεπε να εξασφαλίσω ταξί διά τας ανάγκας της Οργανώσεως. Έστειλα εις τον Ξαντρήν-Αλέξαντρο Τρύφωνα, τον επιλεγόμενο Καστορή, από την Κακοπετριά -που ετύγχανε συγγενής του- και τον εκατατόπισε. Εδέχθη να μας εξυπηρετεί, τον όρκισε και τότε μας επήρε στον Σαϊττά. Εκεί ήλθεν ο Αρχηγός με τον Ευαγόρα, τον Γιαννάκη Δρουσιώτη, τον Χρ. Μασωνίδη, εκουβεντιάσαμεν, επήραμεν οδηγίες και εστράφημαν στον Αμίαντον….».

Ο Κουλλαμής, που είχε ορισθεί στο μεταξύ αρχηγός των ομάδων κρούσεως στην περιοχή, κατέβηκε με τον Αβράμη στη Λευκωσία, στις 12 Απριλίου, όπου συναντήθηκαν με τον Διγενή, από τον οποίο πήραν προφορικές οδηγίες για τις περαιτέρω ενέργειές τους. Γράφει στο Ημερολόγιό του ο Αβδέλλας: «Στις 10 Απριλίου 1955 ήρθε στον Αμίαντο ο Γιαννάκης Δρουσιώτης, ένα πραγματικό αγνό λεβεντόπαιδο και μου είπε να πάω στη Λευκωσία με τον Σάββαν Κουλλαμήν και μας θέλει ο Διγενής. Μας όρισεν την Τρίτην 12 Απριλίου, να πάμε με το λεωφορείο Αμιάντου. Έτσι και έγινε…». Στη συνέχεια αναφέρει τη διαδικασία της συνάντησης με το Γέρο και προσθέτει: «Εζήτησε την γνώμην μας αν έπρεπε κι αν μπορούσαμε να κτυπήσωμεν την Αστυνομίαν του Αμιάντου, διά την παραλαβήν όπλων. Εσυμφωνήσαμε ότι τούτο μπορεί να γίνει…».

Η μάχη του Πεύκου

Όταν στις έξι Μαΐου ο Ρένος Κυριακίδης -με το ψευδώνυμο Ρωμανός- ανέλαβε την τομεαρχία Πιτσιλιάς – Αμιάντου, ο Σάββας Κουλλαμής ήταν από τους στενότερους συνεργάτες του. Κι όταν άρχισε την οργάνωση ανταρτικών ομάδων, πρώτος ο Γεροπλάτανος, με το ψευδώνυμο Διοβουνιώτης, απάντησε παρών. Και στις αρχές του καλοκαιριού, όταν ο Διγενής έφθασε στην Κυπερούντα, Για τη μεγάλη επιχείρηση της ΕΟΚΑ, εξόρμηση προς τη Νίκη, ο Διοβουνιώτης ήταν ανάμεσα στους λίγους αγωνιστές που είχαν τη μεγάλη τιμή να πολεμήσουν κοντά στο Γέρο, στη Μάχη του Πεύκου, μεταξύ Κυπερούντας και Χανδριών, στις 23 Νοεμβρίου 1995. Και μια και μιλάμε για τη Μάχη του Πεύκου, την οποία οργάνωσε ο Ρένος Κυριακίδης με εντολή του Διγενή, πρέπει να αναφέρουμε ότι στην πλάκα που στήθηκε στον ιστορικό χώρο της μάχης, το όνομα του Ρωμανού είναι στα τελευταία. Αυτό αποτελεί ασέβεια προς τον αγωνιστή – τομεάρχη που είχε οργανώσει τόσες ενέδρες και άλλες καταδρομικές ενέργειες στην περιοχή Αμιάντου – Πιτσιλιάς.

Μετά τη μάχη του Πεύκου, ο Κουλλαμής ακολούθησε το Γέρο και τους άλλους αντάρτες στα λημέρια των Σπηλιών, όπου παρέμεινε κοντά στο Διγενή μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου στην τοποθεσία που ήταν το αρχηγείο-ορμητήριο των ανταρτών. Από τα Σπήλια, ο Κουλλαμής με άλλους αντάρτες, μετά από μια δραματική, κοπιώδη πορεία, μέσω Μαραθάσας έφθασε στο Φοινί. Με τη σύλληψη του Ρένου Κυριακίδη, τη διαφυγή του Διγενή στην Κακοπετριά και αργότερα τη μετάβασή του στον Κύκκο, την τομεαρχία Πιτσιλιάς Αμιάντου ανέλαβε ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο οποίος άρχισε αμέσως την αναδιοργάνωσή της. Ο Σάββας Κουλλαμής εντάχθηκε στην ομάδα του Νίκου Σπανού, που είχε προωθηθεί στο Όμοδος. Εκεί, στο κρησφύγετο του Ομόδους, βρήκε τον Κουλλαμή και τους εφτά συντρόφους η προδοσία του Απόστρατου και του Καραδήμα, που ήταν και οι δύο συναγωνιστές τους δύο μέρες πριν.

Ο Γεροπλάτανος και οι συναγωνιστές του δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά και αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου. Με την ίδρυση της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας ο Σάββας Κουλλαμής ρίχτηκε πάλι στη βιοπάλη, για να θρέψει την οικογένειά του. Διορίστηκε επιστάτης στην επαρχιακή διοίκηση Λεμεσού μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. Ο θάνατος τον βρήκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1979, καταλείποντας ένα παιδί, 16 εγγόνια και σωρεία δισεγγόνων. Αιώνια θα παραμένει η μνήμη του λαμπρού αγωνιστή. 

[Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης sigmalive]

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Τελέστηκε το ετήσιο μνημόσυνο των Παναγίδη, Κουτσόφτα και Μαυρομάτη

Τελέστηκε σήμερα στο Παλαιομέτοχο το ετήσιο μνημόσυνο των τριών ηρώων της ΕΟΚΑ, Ανδρέα Παναγίδη, Μιχαήλ Κουτσόφτα και Στέλιου Μαυρομάτη, των οποίων τα ονόματα πέρασαν στην ιστορία με ολόχρυσα γράμματα.

Στο ετήσιο μνημόσυνο όπως και κάθε χρόνο παρευρέθηκε αντιπροσωπεία του Εθνικού Λαϊκού Μετώπου (Ε.ΛΑ.Μ.) και του Μετώπου Νεολαίας.

Με το πέρας του μνημοσύνου ακολούθησε κατάθεση στεφάνων, όπου εκ μέρους του Κινήματός μας στεφάνι κατέθεσε ο Εκπρόσωπος Τύπου, Γεάδης Γεάδη, κάτω από το έντονο και παρατεταμένο χειροκρότημα των παρευρισκομένων.

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι οι τρεις νεαροί ήρωες που οδηγήθηκαν στην αγχόνη, δείχνοντας μας τον δρόμο για την λευτεριά, ήταν ο:

Ανδρέας Παναγίδης, 22 ετών και πατέρας τριών παιδιών

Μιχαήλ Κουτσόφτας, 22 ετών
 
Στέλιος Μαυρομάτης 24 ετών

Οι ηλικίες τους και μόνο μας στέλνουν τα δικά τους μηνύματα, αλλά μας υπενθυμίζουν και το πραγματικό πρόσωπο των αποικιοκρατών. Ταυτόχρονα μας στέλνουν το μήνυμα ότι η λευτεριά δεν χαρίζεται με ευχολόγια, καλά πρόσωπα και συμβιβασμούς, αλλά με αγώνα.

Οι τρεις ήρωες όμως, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, αντιμετώπισαν την αγχόνη με περίσσιο θάρρος. Στο τελευταίο επισκεπτήριο των τριών μελλοθάνατων οι συγγενείς τους, τους βρήκαν να τραγουδούν εθνικά τραγούδια και να ψάλλουν. Εγκαρτερούσαν τον θάνατο με θάρρος και ανδρεία.
Οδηγήθηκαν στην αγχόνη στις 00:45 ψέλνοντας τον Εθνικό Ύμνο, συνοδευόμενοι από τους συγκρατούμενους τους. Ο γδούπος της καταπακτής πάγωσε το κλίμα….αμέσως όμως οι φωνές των κρατουμένων έσπασαν τη σιωπή

Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας και ο Ανδρέας Παναγίδης με την έναρξη του αγώνα προσφέρθηκε να υπηρετήσει στις τάξεις της ΕΟΚΑ. Η πρώτη τους δράση ήταν η ύψωση της ελληνικής σημαίας στην κορυφή των ευκαλύπτων στο κέντρο του χωριού του, την οποία κατέβαζαν οι Άγγλοι. Σε έρευνα που έκαμε Άγγλος στρατιώτης στην τσάντα του, στον τόπο της εργασίας του, αμέσως μετά την εκτέλεση των Καραολή και Δημητρίου, βρήκε μια ελληνική σημαία και ζήτησε από τον Ανδρέα να του σκουπίσει με αυτή τα παπούτσια του. Τόση ήταν η προσβολή που ένιωσε ο Ανδρέας, που τον χτύπησε άγρια, ενώ την επομένη μέρα, έξι μέρες μετά την εκτέλεση του Καραολή και του Δημητρίου, όταν πήγε στη δουλειά του, ο Ανδρέας Παναγίδης, μαζί με το Μιχαήλ Κουτσόφτα και έναν άλλο αγωνιστή, τον Παρασκευά Χοιροπούλη, επιτέθηκαν και σκότωσαν τον Άγγλο σμηναγό Πάτρικ Τζων Χέιλ μέσα στο γραφείο του. Καταδιώχθηκαν και συνελήφθησαν από αγγλικά στρατεύματα. Ο Χοιροπούλης, επειδή ήταν ανήλικος, καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση.

Ο Στέλιος Μαυρομμάτης πήρε μέρος σε επιχείρηση δολιοφθοράς εναντίον αεροπλάνων των Άγγλων με το που εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ. Συνέβαλε ουσιαστικά στη συλλογή των κυνηγετικών όπλων από ιδιώτες στην περιοχή Λευκωσίας. Έδρασε ιδιαίτερα στην περιοχή των οδών Λήδρας και Ονασαγόρου, την οποία οι Άγγλοι είχαν ονομάσει «μίλι του θανάτου». Μεταξύ των συνεργατών του ήταν και ο ξάδελφός του Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Σε μια ανεπιτυχή επίθεση του ιδίου και των δυο συναγωνιστών του εναντίον του Βρετανού σμηνία Νόρμαλ Άλφρεντ και του αεροπόρου Λώρενς Ληθ της βρετανικής βασιλικής αεροπορίας στην οδό Αγίου Παύλου στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, ο Στέλιος Μαυρομμάτης ανακόπηκε κατά την αποχώρηση από Άγγλο κάτοικο της περιοχής και συνελήφθη από τους δυο Άγγλους αεροπόρους.

Πηγή: elamcy.com

 

Οι απαγχονισμοί της 21ης Σεπτεμβρίου 1956

Κάθε φορά που η κοχλάζουσα μνήμη γυρίζει τον προβολέα στα γεγονότα η 21η Σεπτεμβρίου 1956, εκείνη η πικρή μέρα επανέρχεται με τις δραματικές εικόνες που την στοιχειώνουν στην αιωνιότητα της ιστορίας κι οι ηρωικές μορφές του Ανδρέα Παναγίδη, του Μιχάλη Κουτσόφτα και του Στέλιου Μαυρομμάτη κυματίζουν στον ορίζοντα της σκέψης σαν απελευθερωτικές σημαίες που δείχνουν το ανθρώπινο χρέος έναντι της πατρίδας και του λαού. Οι τρεις νέοι, στο άνθος της ηλικίας των 22 και 23 χρόνων βάδισαν αλύγιστοι στην κρεμάλα και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά της πατρίδας και την ανθρωπιά. Ο Ανδρέας πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, της Δέσποινας, του Αριστείδη και της Αυγής που εγκατέλειπε στη σύζυγό του, τη Γιαννούλα και αλλοίμονο στην κοινωνία! Αλλοίμονο γιατί θυσιάστηκε πιστεύοντας πως η κοινωνία, η πατρίδα, θα σταθούν στο ύψος των ευθυνών τους και θα τιμήσουν τον ιερό ρόλο του νεκρού πατέρα. Αλλά το χρέος τήρησε μόνη η μάνα. Όταν μετά τον αγώνα πήγα να προσκυνήσω την απομένουσα αγιοσύνη στο Παλαιομέτοχο, βρήκα το ίδιο παλιό σπίτι με το χωματένιο δάπεδο και τη χωματένια στέγη με τα δοκάρια, τη Γιαννούλα μαυροφορεμένη να προσέχει τα παιδιά κάτω από τις αετίσιες φτερούγες της και να τα αναγιώνει με το γάλα και τον θρύλο του πατέρα. Γιατί η πολιτεία στριφογύριζε μεθυσμένη από το πιοτό της εξουσιαστικής κραιπάλης και ορχιόταν στην τύρβη της αφιλοτιμίας που διέλυε το χρέος προς τους νεκρούς πια κουβαλητές της ελευθερίας, κι εκείνης ακρωτηριασμένης βέβαια, σαν μαδημένη καρδερίνα παραδομένη στη μνησικακία της ξένης τυραννίας που μετατρεπόταν σε εκδικητική μάστιγα των δικών της συμφερόντων.

Ήτανε δειλινό Πέμπτης, όταν με τον συναγωνιστή Αλέκο Μαυρομμάτη παρακολουθούσαμε την πόλη από τις γρίλιες του καταφυγίου μας στον Άγιο Σάββα. Η εικόνα θύμιζε τους στίχους του Ευέλθοντα Πιτσιλίδη («Εύσκιου Πεύκη») για την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα : «Σαν μπήκανε οι Γερμανοί, βρήκαν κλειστές τις πόρτες, τις στράτες αδειανές»… Οι εγγλέζικες περίπολοι κινούνταν σαν φαντάσματα στις στράτες της Χώρας. Οι Λευκωσιάτες έκλεισαν τις πόρτες των σπιτιών και των καταστημάτων τους, αμπάρωσαν τις ψυχές τους κι άφηναν τον καημό τους να πλανιέται στην έρημη πόλη, που η λυπητερή προσμονή μετέτρεπε σε εγκαταλειμμένο, αραχνιασμένο κάστρο του παλιού καιρού. Ο λαός καρτερούσε τα σήμαντρα του θανάτου ν’ απλώσουν το μαντάτο της συμφοράς. Τις νεκρικές καμπάνες που θ’ ανάγγελλαν τον απαγχονισμό των τριών παλληκαριών της ΕΟΚΑ που πέθαιναν για την πατρίδα και τη λευτεριά. Την τιμή του ανθρώπου. Το φιλότιμο που τότε φλόγιζε τις καρδιές, αρετή παμπάλαιη, που στα ξένα λεξικά δεν υπάρχει, δεν ερμηνεύεται!…
Για τους τρεις λεβέντες μίλησα επανειλημμένα με τους συνηγόρους υπεράσπισης. Το Γλαύκο Κληρίδη, τον Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη. Και με τον Παπανδρέα Ερωτοκρίτου, ιερέα των Φυλακών, τον τελευταίο Έλληνα που τους είδε, τους μίλησε και τους έθαψε. Τα λόγια τους ήταν υμνητικός θαυμασμός της ανδρείας και της προς την πατρίδα και τον αγώνα αφοσίωσης. Έσφιγγαν στις καρδιές τα ακραία συναισθήματα των μελλοθανάτων οι θανατοποινίτες. Και μετέδιδαν αντί ύστερων επιθυμιών πόθους και παροτρύνσεις. Προσήλωση στον σκοπό του αγώνα. Κι αγώνα για τα ιερά ιδανικά που καταξιώνουν άτομα και λαούς στην ιστορικά διαδρομή.

Λέμε πως οι ήρωες ανεβαίνουν στους ουρανούς. Αυτοί που ταξιδεύουν με τα αεροπλάνα του κατακτητή μπορεί και να τους δουν στα σύννεφα κι αν η συνειδήσεις δεν είναι πωρωμένες ίσως και να αισθανθούν να υγραίνονται από τα φτυσίματα των ηρώων που πλανιούνται στο υπερπέραν και μυρολογούν για τη χαμένη νιότη, τα χαμένα όνειρα, τη χαμένη ανθρωπιά.

Έγραψα σε τόμους τις ιστορίες ηρώων και γεγονότων. Εκατοντάδες οι συνεντεύξεις που παράδωσα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου. Χιλιάδες τα άρθρα, οι εκπομπές, οι ομιλίες. Και τα ερωτήματα μαστιγωτικά ραβδώνουν ενόχους για τη σημερινή κατάντια. Μα κι η καρτερικότητα των νεκρών κι ακόμα οι αξιώσεις όσων δεν ξεχνούν και δεν διαγράφουν διεκδικήσεις και ανθρώπινα δικαιώματα ηχηρές. Ας προσκυνήσουμε τις μνήμες των κρεμασμένων. Κι ας επαναλάβουμε την προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη. Να μνημονεύουμε στην επέτειο της 21ης Σεπτεμβρίου 1956 Ανδρέα, Μιχάλη, Στέλιο, που χάθηκαν στην καταπακτή της κρεμάλας για μας.

 Γιάννης Σπανός

Η Θεία Πρόνοια στον Aγώνα

Μέρες θρησκευτικής κατάνυξης ξεφεύγουμε από τη ρουτίνα της πολιτικής κριτικής, των αμφισβητήσεων και των αντιμαχιών και φέρνουμε στη μνήμη ώρες περασμένες κινδύνων και αποκαλύψεων της Θείας Πρόνοιας στον αγώνα ελευθερίας του λαού μας. Και η προσφυγή στον Θεό, εκείνα τα μεγάλα χρόνια, ήταν υπαρξιακή ανάγκη. Ο άνθρωπος έπαιζε κάθε μέρα κορώνα γράμματα τη ζωή του. Ξεκινούσε τη μέρα κάνοντας το σταυρό του και προσευχόμενος για τη βοήθεια του Θεού στις αναμετρήσεις με το θάνατο. Ανάβαμε ένα κερί στον Άη Γιάννη και παρακαλούσαμε την Παναγία να μας προσέχει. Και δεν έχουμε αμφιβολία πως η Παναγία ήταν μαζί μας. Όπως μια μέρα που στήσαμε ενέδρα στο υπαίθριο θέατρο Όαση, απέναντι από την τότε Πλατεία Μεταξά. Μας κυνήγησαν, πέταξα τη βόμβα, δεν εξερράγη κι η βόμβα κύλησε κάτω από τη μοναδική απλή καρέκλα στη σκηνή. Ήταν ορατή στην ακτίνα όρασης οποιουδήποτε. Δεν την είδαν οι Άγγλοι. Έφυγαν και γλύτωσα την κρεμάλα…Όμως θυμάμαι τη μαρτυρία του Γρηγόρη Αυξεντίου, όπως τη διηγήθηκε στον ακριβό φίλο Κώστα Ιωάννου, αντάρτη, από τον Πύργο Τηλλυρίας, καλή του ώρα.

Ο Γρηγόρης έμεινε σε μια σπηλιά πάνω από τον Καραβά. Ο στρατός κάλυπτε τη βουνίσια απλαγιά. Οι Άγγλοι, χωρίς να το αντιληφθούν είχαν τον αγωνιστή πολιορκημένο. Περνούσαν οι μέρες κι οι νύχτες κι ο Αυξεντίου δεν μπορούσε να διολισθήσει. Φαγητό δεν υπήρχε και διψούσε. Και την πείνα την ανεχόταν μα όχι και τη δίψα. Αφηγήθηκε στον «Νικήτα»- ήταν το επαναστατικό όνομα του Κώστα Ιωάννου:  «Ήμουνα βρε νηστικός και διψασμένος τρεις μέρες. Και την τρίτη μέρα προσευχήθηκα στον Θεό. Θεέ μου, στείλε μου λίγο νερό να σβήσω τη δίψα μου. Σηκώθηκα κι όπως φορούσα το κράνος, έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο, το κράνος κτύπησε στην οραφή της σπηλιάς! Κι άρχισε να στάζει νερό! Ο Θεός μου έστειλε βρε νερό να ξεδιψώ, να νίβομαι και να ξυρίζομαι».
Στη μεγάλη καταδίωξη στα βουνά από τα Σπήλια προς την Κακοπετριά, Δεκέμβρη του ’55, ο Διγενής με την ομάδα ανταρτών που τον συνόδευαν, βρέθηκαν σε απόσταση ανάσας από τους Άγγλους στρατιώτες και τα σκυλιά τους. Έμεναν κρυμμένοι στις λατζιές. Πλησίαζαν στο ένα μέτρο οι διώκτες κι έφευγαν. Δεν τους αντιλαμβάνονταν. Κι ο Γέρος γράφει στα Απομνημονεύματά του : «Μας φύλαγε η Παναγιά».

Στους θαλάμους βασανιστηρίων της Ομορφίτας, του Σπέσιαλ Μπράντς, των Πλατρών, της Αμμοχώστου, του Ρετ Χάουζ, όπου οι αγωνιστές δοκιμάζονταν μέρες και νύχτες από τους βασανιστές, μια λέξη ακουγόταν : Παναγία μου! Λέξη ικεσίας. Αναμένοντας τη σειρά μου έξω από το θάλαμο βασανιστηρίων ψέλλιζα όσες προσευχές ήξερα με κεντρική παράκληση στην Παναγία να με σώσει. Και κάτι ασύνηθες. Δεν με βασάνισαν.

Στο δεύτερο τόμο για την ΕΟΚΑ καταγράφω τη μαρτυρία του μ. Ρένου Δημητρίου. Συμμετείχε στη μάχη των αεροπόρων στην οδό Ονασαγόρου. Μια σφαίρα τον κτύπησε στο πόδι. Οι αγωνιστές χώθηκαν στο αυτοκίνητο διαφυγής που από τον Τρυπιώτη κατευθύνθηκε προς την Πύλη Αμμοχώστου. Λίγα μέτρα πιο πάνω οδόφραγμα πάνοπλων Άγγλων στρατιωτών. Ανέκοπταν όλα τα αυτοκίνητα και τα ερευνούσαν εξονυχιστικά. Τρόπος διαφυγής δεν υπήρχε. Αφηγείται ο αγωνιστής: « Ήμουνα αποφασισμένος να δώσω μάχη. Κρατούσα το όπλο μου γεμάτο. Πλησιάσαμε στο οδόφραγμα. Και τότε ένα νέφος μας σκέπασε κι εμάς και τους Εγγλέζους. Προχώρα είπα στον οδηγό. Περάσαμε μέσα από το νέφος και διαφύγαμε προς τον Κήπο και την Παλλουριώτισα!…
Πολλές οι μαρτυρίες αγωνιστών για την παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας και τη σκέπη όσων κινδύνευαν από σίγουρο θάνατο. Κι άλλες μαρτυρίες αγωνιστών που γλύτωσαν την κρεμάλα από θαύμα.

Τότε, ο άνθρωπος ήταν προσηλωμένος στον Θεό και είχε θεία προστασία στους κινδύνους. Βίωνε τα θεία πάθη.Πίστευε, κι η πίστη ήταν ασπίδα προστασίας από το θάνατο. Ο λαός έδινε τις μάχες της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας προσευχόμενος στο Χριστό και την Παναγιά. Από την πίστη του αντλούσε υπεράνθρωπες δυνάμεις που κατανικούν το φόβο και αναδεικνύουν ήρωες. Στα βουνά, στις πόλεις, στα χωριά, έβλεπες καθημερινές εικόνες ευλάβειας και ψυχικής ένωσης με τον Θεό. Ο άνθρωπος ζούσε το παρατεινόμενο επί τετραετία θείο πάθος, το συνειδητοποιούσε ως δικό του κι υψωνόταν στην ηθική του καταξίωση.  Γι αυτό και τα τόσα θαύματα που προστάτευσαν τον αγώνα. Τότε, οι άνθρωποι διέτρεχαν τον έσχατο κίνδυνο και γελούσαν. Ήταν ευτυχισμένοι!

Η θεία περιφρούρηση διεκόπη όταν ο κόσμος αλλαξοστράτησε. Αλλαξε την πίστη με το συμφέρον. Τη φιλία με την αφιλία και τη διπλοπροσωπία. Άλλαξε το φιλότιμο με την αφιλοτιμία. Και κατρακύλησε στην παρακμή και την κατάπτωση…

Ο Μεγαλοδύναμος να βοηθήσει στην επάνοδο της χαράς στα κύματα των καταιγίδων.

 Γιάννης Σπανός

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Η «Μπουμπουλίνα της ΕΟΚΑ», Λουκία Λαουτάρη. Τη δολοφόνησαν στην πλατεία του χωριού. Ήταν έγκυος 5 μηνών στο 7ο παιδί της. Το τραγούδι της Μαρινέλλας.



Τον Ιούλιο του 1958, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, Γεώργιος Γρίβας έδωσε εντολή να ξεσηκωθεί όλος ο άμαχος πληθυσμός της Κύπρου. Στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκαν, γέροι, γυναίκες και παιδιά, που συμμετείχαν στον αγώνα ο καθένας με τις δυνάμεις του.

Η τοπική οργάνωση ΕΟΚΑ στο χωριό Αυγόρου, τοποθέτησε στις 4 Ιουλίου πανό με συνθήματα σε όλο το χωριό. Οι Βρετανοί στρατιώτες, την ίδια μέρα τα κατέβασαν.

Ο ξεσηκωμός

Όμως οι κάτοικοι του χωριού, την επόμενη μέρα, γέμισαν ξανά το χωριό. Τότε οι Άγγλοι για να τους εκφοβίσουν, διέταξαν ένα 15χρονο αγόρι να ανέβει στις σκάλες και να ξηλώσει ό,τι είχαν αναρτήσει οι συγχωριανοί του. Ο νεαρός αρνήθηκε πεισματικά. Για παραδειγματισμό, τον έσυραν μέχρι το στρατιωτικό τζιπ τους και άρχισαν να τον ξυλοκοπούν με ρόπαλα. Οι γυναίκες του χωριού, δεν άργησαν να αντιδράσουν και τρέχοντας κοντά τους, τους τραβούσαν με δύναμη για να απομακρύνουν το 15χρονο παιδί. Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπάνε για να καλέσουν τους Αυγορίτες στην πλατεία του χωριού.

Εκείνη την ώρα, η Λουκία Λαουτάρη ήταν στο σπίτι της και έκανε μπάνιο τη μικρή κόρη της, Θεοδώρα. Η Λουκία με τον σύζυγό της Γεώργιο, διατηρούσαν κρησφύγετο στο περιβόλι τους, όπου έκρυβαν καταζητούμενους αντάρτες της ΕΟΚΑ. Ακούγοντας τις καμπάνες, άφησε τη μικρή της κόρη στην αδελφή του συζύγου της και έτρεξε στην πλατεία.

Έφτασε τη στιγμή, που ο λιθοβολισμός των στρατιωτών είχε ξεκινήσει. Οι Βρετανοί κάλεσαν ενισχύσεις και απάντησαν στους κατοίκους ανοίγοντας πυρ. Οι σφαίρες βρήκαν τη Λουκία Παπαγεωργίου Λαουτάρη στο κεφάλι και τον συγχωριανό της Παναγιώτη Ζαχαρία στο στήθος. Ο θάνατός τους ήταν ακαριαίος. Η Λουκία, ήταν έγκυος 5 μηνών στο 7ο παιδί της.

«Μάνα»

Η θυσία της Λουκίας Λαουτάρη, ενέπνευσε την Κλαίρη Αγγελίδου η οποία έγραψε το ποίημα «Μάνα». Σε μουσική του Γιώργου Θεοφάνους, το ερμήνευσε η Μαρινέλλα και συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο «Χοές».

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.com.cy/categories/istoria/i-bouboulina-tis-eoka-loukia-laoutari-ti-dolofonisan-stin-platia-tou-choriou-itan-egkyos-5-minon-sto-7o-pedi-tis-to-tragoudi-tis-marinellas/




                                          Ο σύζυγός της, Γεώργιος με τα έξι τους παιδιά.